ΛΕΞΙΚΟ ΟΡΩΝ

Το λεξικό αυτό είναι μια αρκετά επίπονη προσπάθεια η οποία δεν είναι δυνατόν  να ολοκληρωθεί άμμεσα. Γι’αυτόν τον λόγο και θα ανανεώνεται σταδιακά. Πιστεύω ότι είναι κάτι που λείπει απο τους Έλληνες εκτροφείς και ελπίζω να φανεί χρήσιμο, ούτως ώστε οι κόποι μου να μην πάνε χαμένοι.

-Αλληλόμορφο : Το ένα απο τα δύο  γονίδια, ενός ζεύγους γονιδίων, που ευρίσκεται σε μια συγκεκριμένη θέση επάνω σε μια χρωματίδα.

-Αλληλομορφισμός : Η σχέση μεταξύ δύο γονιδίων που ευρίσκονται στον ίδιο γεωμετρικό τόπο ενός χρωμοσώματος.

-Αυτοσωμικό : Κάθε χρωμόσωμα που δεν σχετίζεται με το φύλλο, είναι δηλαδή ανεξάρτητο απο τα χρωμοσώματα που αποφασίζουν για το φύλλο του πουλιού. Τα σωματικά κυτταρα ενός καναρινιού έχουν 18 χρωμοσώματα. Τα 16 είναι αυτοσωμικά και τα 2 είναι χρωμοσώματα του φύλλου.

-Γέλοου (yellow) : Όρος που αναφέρεται στον τύπο του φτερώματος (σκληρό, στενό, κοντό) με το λιπόχρωμο (κίτρινο ή πορτοκαλί) να εκτείνεται μέχρι το τέλος του φτερού. Ο όρος χρησιμοποιείται στον τομέα των καναρινιών τύπου.

-Γεωμετρικός τόπος : Είναι ένα συγκεκριμένο σημείο μιάς χρωματίδας, όπου εκεί ευρίσκεται ένα γονίδιο.

-Γονίδιο : Είναι η βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας και είναι υπεύθυνο για την άμμεση ή έμμεση έκφραση ενός κληρονομημένου χαρακτηριστικού. Βρίσκεται σε κάποιον συγκεκριμένο γεωμετρικό τόπο επάνω σε μια χρωματίδα και είναι υπεύθυνο για την κληροδότηση ενός χαρακτηριστικού. Σημειωτέον ότι ο νεοσσός κληρονομεί για κάθε ένα απο τα χαρακτηριστικά του 2 γονίδια ένα απο κάθε γονέα.

-Γονότυπος : Κάποιο χαρακτηριστικό που κληροδοτήθηκε απο ένα  γονίδιο σε ένα πουλί αλλά έχει υποχωρήσει και δεν φαίνεται. Βλέπε υποχωρητικό γονίδιο.

-Διμορφισμός : Το φαινόμενο όπου μεταξύ ενός αρσενικού και ενός  θηλυκού καναρινιού υπάρχουν δύο διαφορετικοί χρωματισμοί του πτερώματος, σε ορισμένα επιλεγμένα σημεία.

-Έντονο : Όρος που αναφέρεται στον τύπο του φτερώματος (σκληρό, στενό, κοντό) με το λιπόχρωμο (κίτρινο ή κόκκινο) να εκτείνεται μέχρι το τέλος του φτερού. Ο όρος χρησιμοποιείται στον τομέα των καναρινιών χρώματος.

-Επικρατούν γονίδιο : Ένα γονίδιο το οποίο εάν κληροδοτηθεί σε κάποιον νεοσσό απο τον έναν γονέα, πάντα υπερισχύει του γονιδίου που κληροδοτείται απο τον άλλον γονέα. Έτσι πάντοτε ο νεοσσός οπτικά θα επιδυκνείει τα όποια χαρακτηριστικά αυτού του επικρατούντος γονιδίου.

-Επικρατών χαρακτήρας : Έχει σχέση με το επικρατούν γονίδιο και συμβαίνει όταν σε ένα ζευγάρι καναρινιών υπάρχουν αντίστοιχα δύο διαφορετικοί χαρακτήρες, ο ένας χαρακτήρας υποχωρητικός (π.χ. στο αρσενικό) και ο άλλος επικρατών (π.χ. στο θηλυκό). Κατά το ζευγάρωμα αυτών των δύο γονέων, όλοι οι νεοσσοί θα δείχνουν οπτικά τον χαρακτήρα του ενός γονιού (π.χ. του θηλυκού). Αυτός είναι ο επικρατών χαρακτήρας. Ο χαρακτήρας ο οποίος δεν φαίνεται αλλά όμως  πρόκειται γεννετικά στο μέλλον να μεταφερθεί, απο τους νεοσσούς,  είναι ο υποχωρητικός.

-Ετεροζυγωτό : Όρος της γεννετικής, που υποδηλώνει ότι τα αντίστοιχα γονίδια που ευρίσκοντα στον ίδιο γεωμετρικό τόπο (ενός ζεύγους γονιδίων που ευρίσκονται σε μια συκγεκριμένη θέση πάνω σε  ένα χρωμόσωμα, ένα σε κάθε χρωματίδα) δεν είναι όμοια. Δηλαδή σε  ένα ζεύγος γονιδίων, τα συγκεκριμένα γονίδια αυτού του ζεύγους  δεν είναι ίδια. Αυτό οφείλεται σε μετάλλαξη.

-Ευμελανίνη μάυρη : Είναι η μαύρη μελανίνη που ευρίσκεται στο κέντρο των φτερών και στο κάτω άκρο τους (υποπτέρωμα). Αυτήν την μελανίνη την έχουν τα πουλιά της πράσινης σειράς.

-Ευμελανίνη καφέ : Είναι η καφέ μελανίνη  που ευρίσκεται στο κέντρο των φτερών και στο κάτω άκρο τους (υποπτέρωμα). Αυτήν την μελανίνη την έχουν τα πουλιά της καφέ σειράς.

-Κλήαρ (Clear): Είναι ένα λιποχρωμικό καναρίνι, επάνω στο οποίο δεν υπάρχει ίχνος μελανίνης. Ο όρος   χρησιμοποιείται στα καναρίνια τύπου.

-Κύτταρο : Η μικρότερη μονάδα που επιτελεί όλες τις λειτουργείες της ζωής. Αποτελείται απο τον πυρήνα και το πρωτόπλασμα και συνθέτει τα σώματα όλων των έμβιων όντων.

-Λιπόχρωμo : Λιποδιαλυτό υλικό χρωματισμού των φτερών και πούπουλων, το οποίο προέρχεται απο τις τροφές που καταναλώνουν τα πουλιά και είναι υπεύθυνο για το χρώμα της βάσης.

-Μελανίνες : Χρωστικές οι οποίες είναι μάυρες ή καφέ και βρίσκονται στα μελανινικά πουλιά και σχηματίζονται με την βοήθεια των προτεϊνών που αυτά καταναλώνουν. Τα πουλιά που φέρουν μαύρες και καφέ μελανίνες και είναι κίτρινης βάσης (λιπόχρωμο) ονομάζονται πράσινα (σειρές του πράσινου). Τα πουλιά που φέρουν μαύρες και καφέ μελανίνες και είναι κόκκινης βάσης ονομάζονται μπρονζέ. Ενώ αυτά που φέρουν μαύρες και καφέ μελανίνες και είναι λευκής βάσης ονομάζονται μπλού.

-Μετάλλαξη : Μια μόνιμη αλλαγή σε ένα γονίδιο η οποία θα περνάει συνεχώς στους απογόνους των επόμενων γενεών.

-Μη έντονο : Όρος που αναφέρεται στον τύπο του φτερώματος (μαλακό, φαρδύ, μακρύ) χωρίς ο χρωματισμός του λιπόχρωμου να φθάνει μέχρι την άκρη του. Ο όρος χρησιμοποιείται στον τομέα των καναρινιών χρώματος.

-Μπάφ (Buff) : Όρος που αναφέρεται στον τύπο του φτερώματος (μαλακό,φαρδύ μακρύ) χωρίς ο χρωματισμός του λιπόχρωμου να φθάνει μέχρι την άκρη του. Ο όρος χρησιμοποιείται στα καναρίνια τύπου.

-Μπλέ οπτικός παράγοντας : Γενετικός παράγοντας ο οποίος λογίζεται ότι είναι αυτοσωμικός αλλά δεν έχει εξακριβωθεί τελικά και με σιγουριά εάν πράγματι  είναι. Αυτό είναι και το πιθανότερο, αλλά δεν ακολουθείται πάντοτε στην πράξη. Συναντάται στις πράσινες σειρές όπου εκεί μιά επικράτηση των γονιδίων που παράγουν την μαύρη μελανίνη μειώνει δραματικά ή ακόμη εξαλείφει τελείως τα γονίδια που παράγουν την καφέ μελανίνη. Το αποτέλεσμα είναι ορατό στο φτέρωμα του πουλιού, το οποίο το κάνει φωτεινό και εάν είναι λιποχρωμικό κίτρινο του προσδίδει μια λεμονί (ψυχρή) απόχρωση. Ο μπλέ οπτικός παράγοντας δεν παράγει κάποιο χρωματισμό, αλλά είναι μάλλον μια οπτική ψευδαίσθηση η οποία προσδίδει την χρωματική αίσθηση (εφέ) του μπλέ. Αυτό επέρχεται με την διάθλαση που υφίσταται το φώς διερχόμενο απο το φτερό. Ο παράγοντας αυτός χτυπά και εξαφανίζει την καφέ ευμελανίνη και ειδικά την καφέ φαιομελανίνη. Το αποτέλεσμα είναι ορατό σε πουλιά της πράσινης σειράς στα οποία ενισχύει την φωτεινότητα των χρωμάτων τους. Ο μπλέ οπτικός παράγοντας  δεν υπάρχει στις καφέ σειρές.

-Ομοζυγωτό : Όρος της γεννετικής, που υποδηλώνει ότι τα αντίστοιχα γονίδια που ευρίσκοντα στον ίδιο γεωμετρικό τόπο (ενός ζεύγους γονιδίων που ευρίσκονται σε μια συκγεκριμένη θέση πάνω σε  ένα χρωμόσωμα, ένα σε κάθε χρωματίδα) είναι όμοια. Δηλαδή σε  ένα ζεύγος γονιδίων, τα συγκεκριμένα γονίδια αυτού του ζεύγους  είναι ίδια.

-Σύντροφος (consort) : Ένα γκλόστερ χωρίς σκουφί.

-Σκουφάτο (corona) : Ένα γκλόστερ με σκουφί.

-Σκουφάτο (coppy) : Ένα Λαγκασάϊρ με σκουφί

.-Σωματικό κύτταρο : Η ζωντανή μονάδα απο την οποία αποτελούνται οι ιστοί ενός καναρινιού.

-Τύπου Α : Βλέπε Έντονο

-Τύπου Β : Βλέπε Μη έντονο

-Υβρίδιο : Ο νεοσσός που προέρχεται απο το ζευγάρωμα δύο διαφορετικών ειδών.

-Υποπτέρωμα : Το κάτω μέρος των πούπουλων (περίπου το κάτω 1/3 προς την ρίζα τους). Το πιο σύνηθες σημείο ελέγχου του υποπτερώματος είναι στο μέρος της κοιλιάς. Στα πουλιά της πράσινης σειράς αυτό είναι μαύρο, της καφέ σειράς είναι απο απαλό μπέζ έως σκούρο και στα λιποχρωμικά είναι λευκό.

-Υποχωρητικό γονίδιο : Ένα γονίδιο το οποίο υπάρχει γεννετικά σε ένα πουλί, αλλά οπτικά δεν φαίνεται. Η μόνη περίπτωση να φανεί είναι το πουλι αυτό να είναι ομοζυγωτό.

-Υποχωρητικός χαρακτήρας : Βλέπε Επικρατών χαρακτήρας.

-Φαινότυπος : Κάποιο χαρακτηριστικό που κληροδοτήθηκε απο ένα  γονίδιο σε ένα πουλί αλλά έχει επικρατήσει και είναι ορατό. Βλέπε επικρατούν γονίδιο.

-Φαιομελανίνη  : Η καφέ μελανίνη που εντοπίζεται στην περιφέρεια των φτερών.

-Φορέας : Είναι ένα πουλί το οποίο κατέχει (κουβαλάει γεννετικά) κάποιο γονίδιο, το αποτέλεσμα του οποίου δεν είναι ορατό.

-Χιονέ : Όρος που αναφέρεται στον τύπο του φτερώματος (μαλακό, φαρδύ, μακρύ) χωρίς ο χρωματισμός του λιπόχρωμου να φθάνει μέχρι την άκρη του. Ο όρος χρησιμοποιείται στον τομέα των καναρινιών χρώματος.

-Χρώμα βάσης : Είναι ο όρος που μας αναφέρει το βασικό χρώμα του καναρινιού (κίτρινο-κόκκινο-λευκό). Εδώ τα χρώματα αυτά  μπορούν να ταξινομηθούν ώς εξής :

  1. Κίτρινο-κόκκινο,  ανήκουν στην ομάδα της πλήρους έκφρασης του χρώματος της βάσης.
  2. Επικρατούν λευκό, ανήκει στην ομάδα της μερικής εξάλειψης του χρώματος της βάσης.
  3. Υποχωρητικό λευκό, ανήκει στην ομάδα της ολικής εξάλειψης του χρώματος της βάσης.
  4. Ιβουάρ, ανήκει στην ομάδα της διάλυσης του χρώματος βάσης, αποτέλεσμα το οποίο επέρχεται κατόπιν μετάλλαξης.

-Χρωματίδα ή  αδερφή χρωματίδα : Το ένα απο τα δύο μέλη ενός χρωμοσώματος.

-Χρωμοσώματα : Είναι οι πολύ μικρές δομικές μονάδες  που αποτελούνται απο DNA και πρωτεϊνες και ευρίσκονται  μέσα στα κύτταρα. Επάνω τους είναι προσκολλημένα τα γονίδια σε διάφορους γεωμετρικούς τόπους. Ένα καναρίνι έχει συνολικά 18 χρωμοσώματα συναντώμενα σε 9 ζεύγη.

Advertisements
Spirosnet's canaries

Τα Ελληνικά καναρίνια χρώματος by Spiros. Copyright © 2008 με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.

Αρέσει σε %d bloggers: